ΣΙΜΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΥΤΟΤΕΛΗ ΒΙΒΛΙΑ   • Παπαδόπουλος, Σίμος (2010). Παιδαγωγική του Θεάτρου. Αθήνα: Αυτοέκδοση. [ISBN: 978 – 960 – 93 – 2014 – 6]             Η σύγχρονη ερευνητική προσέγγιση του θεάτρου στην εκπαίδευση απαιτεί τη συστηματική μελέτη των παραμέτρων που το διαμορφώνουν, η οποία θα αναδείξει την επιστημονική και καλλιτεχνική αξία του. Ως εκ τούτου, στο παρόν βιβλίο μελετάται το αντικείμενο της Παιδαγωγικής του Θεάτρου (theatre pedagogy), δηλαδή η δια του θεάτρου παίδευση, η δημιουργία και κατανόηση του θεατρικού φαινομένου σε παιδευτικό περιβάλλον και η εμψύχωση της θεατρικής έκφρασης και επικοινωνίας.         Αναλύονται ερευνητικά ζητήματα, όπως η σωματική και αυτοσχέδια λεκτική έκφραση και επικοινωνία, η θεατρική διερεύνηση (inquiry) της κοινωνικής πραγματικότητας, η ψυχοκοινωνική διάσταση του παιχνιδιού, η θεατρική εμψύχωση της ομάδας, η δραματική ευφυΐα και η δια του θεάτρου δια-προσωπική ανάπτυξη. Στο πλαίσιο των παραπάνω, διερευνώνται και παρουσιάζονται μεθοδολογικές προσεγγίσεις, τεχνικές και μοντέλα, όπως το θεατρικό παιχνίδι (dramatic play), η διερευνητική δραματοποίηση (inquiry drama), τα δομικά στοιχεία και οι τεχνικές του θεάτρου, ως έργου (play) και ως παράστασης (performance).               Στο πρώτο μέρος γίνεται η ιστορική αναδρομή του θεάτρου στην εκπαίδευση κατά τον 20ο αι. και επιχειρείται μεθοδική ανάλυση της θεωρίας της Παιδαγωγικής του Θεάτρου, η οποία αρχικά οροθετείται ως εξειδικευμένη γνωστική περιοχή, εφαρμοσμένη στην εκπαίδευση, που δημιουργεί και αναπτύσσεται με βάση τα πορίσματα της επιστήμης και της τέχνης του θεάτρου και των επιστημών της αγωγής, ενώ αναλύεται η ψυχολογική, ψυχοκοινωνική, καλλιτεχνική και πολιτισμική της διάσταση.        Ακολουθεί η ανάπτυξη της διδακτικής μεθοδολογίας και παρουσιάζονται αναλυτικά το θεατρικό παιχνίδι και η διερευνητική δραματοποίηση ως βασικές θεατροπαιδαγωγικές και διδακτικές μέθοδοι. Η διεξοδική ανάπτυξή τους ενισχύεται τόσο με την παρουσίαση των θεωριών, των αρχών και γνωρισμάτων του Παιχνιδιού όσο και με τη διερεύνηση των δυνατοτήτων σύνδεσής τους με τη διαθεματική οργάνωση της διδασκαλίας και μάθησης (σχέδια εργασίας / project). Επιπλέον, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην σημασία της ένταξης της θεατρικής αγωγής στο αναλυτικό πρόγραμμα και της σχετικής επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών.        Κεντρικό θέμα στην παρούσα μελέτη αποτελεί ο ρόλος του εμψυχωτή και διερευνώνται η σημασία του, η στοχαστική του συγκίνηση και σωματική έκφραση, η εμψύχωσή του και ο ρόλος του ως ερευνητή. Σε αυτό το περιβάλλον, αποδίδουμε κεντρικό ρόλο στο δάσκαλο-εμψυχωτή (drama animator), τον οποίο θεωρούμε μεθοδικό ερευνητή του έργου του, συνερευνητή των μαθητών και συναδέλφων του και φορέα ενσυναίσθησης (empathy), διαλεκτικής κίνησης και αλλαγής.         Τα δομικά στοιχεία του θεάτρου (δραματικό περιβάλλον, ρόλος, εστιακό κέντρο, η επί σκηνής δραματική ένταση, χρόνος, χώρος, εκφραστικά μέσα, σύμβολα) και τα γνωρίσματα του θεατρικού κειμένου (διάλογος, δράση, πλοκή, κειμενικές τεχνικές δραματικής έντασης, καταστάσεις, χαρακτήρες) συνιστούν θεμελιώδεις άξονες για τη μελέτη του θεατρικού φαινομένου και την ανάπτυξη κατάλληλων δεξιοτήτων. Γι αυτόν το λόγο, προβάλλεται η ανάγκη της αξιοποίησης ποικίλων θεατρικών τεχνικών (εικονική, εκφραστική αναπαράσταση, στοχαστική διερεύνηση, έρευνα, αυτοσχεδιασμοί, συμβολική αναπαράσταση, θέατρο μάσκας και παντομίμας, δάσκαλος σε ρόλο), σκηνικών πρακτικών (σκηνική διαμόρφωση χώρου, κοστούμια, μακιγιάζ, μουσική, ήχοι) και τεχνικών ερώτησης από τον εμψυχωτή και την ομάδα.         Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παρουσιάζονται αναλυτικά εκατόν τριάντα παιχνίδια και ασκήσεις (παιχνίδια γνωριμίας, σωματικής κίνησης και έκφρασης, μεταμόρφωσης, χαλάρωσης, παρατηρητικότητας, συγκέντρωσης της προσοχής, σε λεκτικά και ρυθμικά παιχνίδια και αυτοσχεδιασμούς) και έντεκα μικρές ιστορίες, που αναπτύσσονται επίσης και ως εφαρμοσμένα θεατρικά παιχνίδια, ενώ προτείνονται ενδεικτικά παραστασιακά δρώμενα στη σκηνή και στη φύση και εφαρμοσμένα θεατρικά εργαστήρια θεατρικού παιχνιδιού και διερευνητικής δραματοποίησης.   Το βιβλίο διακείνείται από τις εκδόσεις ΚΟΝΤΥΛΙ (τηλ. 6944908844)
Loading
Πίνακας Ανακοινώσεων
περισσότερα   περισσότερα περισσότερα   περισσότερα περισσότερα   περισσότερα περισσότερα   περισσότερα περισσότερα   περισσότερα Επικοινωνία περισσότερα   περισσότερα περισσότερα   περισσότερα περισσότερα   περισσότερα περισσότερα   περισσότερα
ΜΕΛΕΤΕΣ © 2011 Σίμος Παπαδόπουλος  Ζωγράφος:Δήμητρα Λαμπρέτσα  developed by Νίκος Μηνάογλου
14Η ΜΕΡΑ - ΧΩΡΟΣ ΤΕΧΝΗΣ/ περίοδος 2016- 2017
Τελευταία ενημέρωση: 24/7/2016
Εργαστήριο Θεάτρου  ΠΑΥΣΙΣ
Παρουσίαση Βιβλίου Επισκεφτείτε το Blog  του  Εργαστηρίου Θεάτρου  ΠΑΥΣΙΣ Το θέατρο  στην εκπαίδευση  και την εμψύχωση
Εημερωθείτε για τα νέα και τις δραστηριότητές μας  μέσω του Facebook.
Π α ι δαγωγική του Θεάτρου Βιλιοπαρουσίαση του βιβλίου Παιδαγωγική του Θεάτρου από: Παπαδόπουλος, Σίμος (2010). Παιδαγωγική του Θεάτρου , Αθήνα, σσ. 686 [ ISBN : 978–960–93–2014–6]                       Η   μελέτη   του   Σίμου   Παπαδόπουλου   «Παιδαγωγική   του   Θεάτρου»   έρχεται να   επιβεβαιώσει   και   να   σφραγίσει   επιστημονικά   το   νέο   αυτό   κλάδο   των Θεατρικών   Σπουδών   στη   χώρα   μας,   όπως   έχει   ήδη   προδρομικά   παρουσιαστεί από    μεμονωμένες    έρευνες    και    εργασίες,    που    συγκροτούν    τη    σχετικά περιορισμένη μέχρι σήμερα έγκυρη ελληνική βιβλιογραφία.                             Αποτελεί    μια    εμπεριστατωμένη    και    τεκμηριωμένη    ανάλυση    και εμβάθυνση    των    εννοιών    που    σχετίζονται    με    τον    παιδαγωγικό    ρόλο    του Θεάτρου   και   συναπαρτίζουν   τις   παραμέτρους   μέσα   στις   οποίες   αναπτύσσεται   το Θέατρο    στο    Σχολείο:    θεατρικό    παιχνίδι    και    ψυχοκινητική    ανάπτυξη    του παιδιού,   παιχνίδι   ρόλων   και   κοινωνικοποίηση,   διερευνητική   δραματοποίηση   και κατανόηση    του    θεατρικού    φαινομένου    σε    σχολικό    περιβάλλον,    θεατρική εμψύχωση   και   ρόλος   του   εκπαιδευτικού,   αυτοσχέδια   έκφραση   και   επικοινωνία. Ιδιαίτερη    έμφαση    δίνεται    στην    ανάπτυξη    της    συμβολής    του    θεάτρου    ως διδακτικής   μεθοδολογίας   στη   σχολική   τάξη   και   προτείνονται   βασικές   θεατρο- παιδαγωγικές    μέθοδοι    προς    αξιοποίηση    από    τον    εκπαιδευτικό,    ενώ    εξίσου σχολιάζεται   η   ένταξη   της   θεατρικής   αγωγής   στο   ευρύτερο   curriculum   της Α/θμιας εκπαίδευσης.                      Η   ιδιαίτερη   συμβολή   του   βιβλίου   στη   θεατρο-παιδαγωγική   πράξη συνίσταται    στην    αναλυτική    παρουσίαση    εκατόν    τριάντα    παιχνιδιών    και ασκήσεων     (παιχνίδια     γνωριμίας,     σωματικής     κίνησης     και     έκφρασης, μεταμόρφωσης,      χαλάρωσης,      παρατηρητικότητας,      συγκέντρωσης      της προσοχής,   καθώς   και   λεκτικά   και   ρυθμικά   παιχνίδια   και   αυτοσχεδιασμοί)   και έντεκα    μικρών    ιστοριών,    που    αναπτύσσονται    ως    εφαρμοσμένα    θεατρικά παιχνίδια,   ενώ   προτείνονται   ενδεικτικά   παραστασιακά   δρώμενα   στη   σκηνή   και στη     φύση     και     εφαρμοσμένα     εργαστήρια     θεατρικού     παιχνιδιού     και διερευνητικής δραματοποίησης.                       Η   μελέτη   αυτή,   καρπός   πολυετούς   συστηματικής   έρευνας,   έρχεται   να σηματοδοτήσει   το   νέο   κλάδο   της   Παιδαγωγικής   του   Θεάτρου   και   να   αποτελέσει βιβλίο   αναφοράς   για   κάθε   ενδιαφερόμενο   για   την   αξιοποίηση   του   Δράματος   και του Θεάτρου στην Εκπαίδευση.           Θόδωρος Γραμματάς Παπαδόπουλος, Σίμος (2010). Παιδαγωγική του Θεάτρου, Αθήνα, σσ. 686 [ISBN: 978–960–93–2014–6]              «…όλοι   οι   άνθρωποι   είμαστε   καλλιτέχνες:   Είμαστε   οι   εφευρέτες   του   κόσμου. Όλοι   μας   είμαστε   ικανοί   να   παράγουμε   τέχνη-όχι   οι   μεν   καλύτερα   από   τους   δε, αλλά    καθένας    καλύτερα    από    τον    εαυτό    του.    Αυτός    είναι    ο    μοναδικός ανταγωνισμός   που   πρέπει   να   δεχόμαστε   στην   Τέχνη:   Εγώ   απέναντι   σ’   εμένα. Όπως   έγραψε   ο   Πορτογάλος   ποιητής   του   16ου   αιώνα   Sá   de   Miranda:   ‘Μ’   εμένα έχω   μαλώσει,   είμαι   εκτεθειμένος   σε   κάθε   κίνδυνο,   δεν   μπορώ   να   ζήσω   μαζί μου,    δεν    μπορώ    να    ξεφύγω    από    μένα’.    Αυτό    είναι    Τέχνη:    Όλοι    μας    να «μαλώνουμε»    μ’    εμάς    τους    ίδιους    και,    καθώς    είμαστε    καλλιτέχνες,    θα μαλώνουμε   πάντα   μ’   εμάς   και   με   τον   κόσμο,   μέχρι   να   αλλάξουμε   τον   κόσμο που έχουμε, αλλά και αυτό που κάνουμε» (Augusto Boal). O   εγωιστής   γίγαντας   ήταν   στ’   αλήθεια   πολύ   εγωιστής,   τόσο   που   επέλεγε συνεχώς   να   το   αγνοεί.   Καθώς   στεκόταν   στον   άχαρο   κήπο   του,   κουβαλώντας αναγκαστικά    το    ανοικονόμητο    σώμα    και    το    χαμηλό    αυτοσυναίσθημά    του, προβληματισμένος    για    τα    αίτια    καθυστέρησης    του    ερχομού    της    άνοιξης, αποδέχτηκε   πως   η   ζωή   ήταν   αδύνατο   να   συνεχιστεί   χωρίς   την   παρέμβαση   των παιδιών.   Τα   παιδιά   της   ιστορίας   έγιναν   παιδιά-ερευνητές   της   ομάδας,   βίωσαν   οι ίδιοι    την    έννοια    του    γιγαντιαίου,    καθοδήγησαν    τη    φαντασία    του    Γίγαντα, αποτύπωσαν   το   περίγραμμά   του,   τον   βοήθησαν   να   ανιχνεύσει   τη   σκέψη   του, να    τηρεί    με    συνέπεια    και    αγάπη    ημερολόγιο,    να    αποκαλύψει    και    να αποκαλυφθεί,   και   πράγματι   ο   κήπος   ζωήρεψε   από   το   άρωμα   και   τη   γεύση φρέσκων    προτοκαλιών.    Απροσδόκητα    όμως    ένα    θαυμαστό    παλίμψηστο ύφασμα   μισοέκρυψε   ό,τι   είχε   μέχρι   στιγμής   συμβεί.   Ο   χώρος   γέμισε   νερό,   οι άνθρωποι   έπαιζαν   μαζί   του,   μετά   όμως   κουράστηκαν,   οι   μισοί   έγιναν   σκοτάδι, οι   άλλοι   μισοί   φως.   Το   σκοτάδι   έβλεπε   σταθερά   το   φως,   το   φως   κοιτούσε δυνατά    το    σκοτάδι,    μα    πάλι    άλλαξαν    γνώμη,    αποφάσισαν    να    γίνουν πεταλούδες   κι   αστέρια,   φεγγάρι,   ήλιος   και   σύννεφα.   Και   το   φεγγάρι   έπεσε στα   δίχτυα   του   έρωτα   του   ήλιου,   με   τον   οποίο   μάλωνε   συνεχώς,   αφού   όμως δεν   μπορούσαν   να   χωρίσουν   ούτε   να   ζήσουν   μαζί,   διάλεξαν   διαφορετικές θέσεις   στον   ουρανό,   κι   από   τότε   συναντιούνται   μόνο   στις   εκλείψεις…Με κοιτάς,   σε   ακούω.   Ή   αλλιώς   ακούω   το   κοίταγμά   σου.   Καθώς   το   εργαστήριο διερευνητικής   δραματοποίησης   εξελίσσεται   και   ξαφνιάζει   τον   εμψυχωτή   και τους   συμμετέχοντες,   ζητώντας   τους   να   ακονίσουν   κι   άλλο   την   ψυχική   και δραματική   τους   ευφυΐα,   καθώς   στο   θεατρικό   παιχνίδι   ο   γύρω   και   μέσα   μας κόσμος     μετωνυμικά     δημιουργείται,     αποδομείται     κι     επανακαθορίζεται, πραγματοποιούμε   ένα   βήμα   προς      τη   συναρμολόγηση   των   ψηφίδων   του εαυτού μας. Το   ανά   χείρας   βιβλίο   του   Σίμου   Παπαδόπουλου   Παιδαγωγική   του   Θεάτρου κρίνεται   ιδιαίτερα   επωφελές   για   τον   εκπαιδευτικό   που   προτίθεται   να   εμπλακεί στην   παιδαγωγική   πράξη   του   θεάτρου   ή   είναι   ήδη   κοινωνός   της   τελευταίας, εφόσον   αποσκοπεί   στη   σφαιρικά   πολιτική   αφύπνιση   και   συνειδητοποίηση   του αποδέκτη      και   του   προσφέρει   μια   διόλου   ευκαταφρόνητη,   ιδιότυπη   χορηγία. Πρόκειται   για   την   επιστημονικά   εμβριθή   εξέταση   της   μεθοδολογίας   και   του περιεχομένου   μιας   βαθιά   ανθρωποποιητικής   και   πλουραλιστικής   παιδείας,   σε συνδυασμό   με   την   ανάδειξη   της   χρηστικής   και   φιλοπαίγμονος   φυσιογνωμίας της.  Ο   συγγραφέας   πραγματεύεται   ορισμένες   θεμελιώδεις   πτυχές   του   αντικειμένου του     Θεάτρου     στην     Εκπαίδευση,     σεβόμενος     την     αυτοτέλειά     τους     και καταδεικνύοντας     παράλληλα     την     αλληλεπίδρασή     τους.     Συνθέτει     και διαχειρίζεται   τον   πολύ   μεγάλο   όγκο   του   πληροφοριακού   του   υλικού   κατά τρόπο   τέτοιον   ώστε   να   αποφεύγεται   η   παρατακτική   δόμηση   και   ο   αναγνώστης να   αποκομίζει   την   αίσθηση   της   ενότητας   των   επιμέρους   παραμέτρων.   Στην εισαγωγή   γίνεται   αναφορά   στις   εκπαιδευτικές   διαστάσεις   του   θεάτρου   υπό ιστορικό   πρίσμα,   οροθετείται   το   επιστημονικό   πεδίο   και   ο   οικοσυστημικός   του χαρακτήρας   υπό   το   φως   της   σύγχρονης   θεατρικής   τέχνης   και   επιστημών   όπως η   γνωστική   ψυχολογία,   η   κοινωνική   ανθρωπολογία,   η   ερμηνευτική   και   κριτική παιδαγωγική,   επίσης   διερευνάται   η      ψυχοκοινωνική   υπόσταση   της   σχολικής θεατρικής   παιδαγωγικής.   Στο   κύριο   μέρος   προβάλλονται   διεξοδικά   οι   πυλώνες της   διδακτικής   μεθοδολογίας.   Ως   αυθεντικός   βιότοπος   αναπαραστάσεων   και σημασιοδοτήσεων,   το   παιχνίδι   επιτελεί   λειτουργίες   νοητικής   ανάπτυξης   για   το παιδί    και    διαδραματίζει    διαμεσολαβητικό    ρόλο    στην    επαφή    του    με    το κοινωνικό-πολιτισμικό   περιβάλλον.   Μέσω   του   θεατρικού   παιχνιδιού,   ο   κόσμος των    παιδιών    εγκολπώνεται    τη    γλώσσα    του    θεάτρου    και    προχωρά    στα μονοπάτια     της     διαισθητικής     γνώσης.     Με     αφετηρία     τις     πρωτογενείς φαντασιώσεις   τους,   υπαγορευόμενες   από   το   βιοψυχολογικό   τους   υπόστρωμα, τα    παιδιά    υπερβαίνουν    τις    αναστολές,    αναδομούν    την    εσωτερική    τους τοπιογραφία   στις   αναπαραστάσεις   τους,   οι   οποίες   εμπλουτίζονται   με   το   λόγο του   σώματος   και   όχι   με   το   ιδεολογικό   φορτίο   του   γραπτού   κειμένου.   Με   την παροχή   των   κατάλληλων   ερεθισμάτων   και   κινήτρων,   ανασύρονται   μνημονικά ίχνη,   που   οπτικοποιούνται   με   τα   διάφορα   σήματα   του   σώματος   και   με   τη σκηνική    δράση    στο    χώρο,    ενόσω    ενεργοποιούνται    νευροφυσιολογικές- αισθητηριακές λειτουργίες. Πολιτικά    και    κοινωνικά    προβλήματα,    προσωπικές    ιστορίες,    ιστορικά    και φαντασιακά    γεγονότα    μπορούν    να    αποτελέσουν    πυρήνες    διερεύνησης,    με στόχο    πρωτίστως    παιδαγωγικό    και    διδακτικό,    κατά    τη    διαδικασία    της διερευνητικής   δραματοποίησης   και   της   συνακόλουθης   διαθεματικής   οργάνωσης της   διδασκαλίας   και   μάθησης.   Η   έναρξη   γίνεται   με   τη   δημιουργία   ομαδικής ατμόσφαιρας   και   με   την   γνωριμία   με   το   αρχικό   περιβάλλον.   Την   επαφή   των παιδιών    με    λογοτεχνικό    ή    άλλο    κείμενο    διαδέχεται    η    επινόηση    του    νέου δραματικού      περιβάλλοντος,   με   αυτοσχέδιες      δράσεις   και   με   τη   διαμόρφωση της   ιστορίας.   Η   αξιολόγηση   καταλήγει   σε   κατανόηση   από   την   οποία   προκύπτει νέα   δράση   και   μετα-γνώση,   ενώ   η   τελική   παρουσίαση   αρθρώνεται   ως   απλή,   όχι σε   βάθος   προετοιμασμένη   θεατρική   παράσταση.                                                                                                            Κατά τη     δραματοποίηση,     προκαλείται     η     έκφραση     και     η     κριτικο-στοχαστική εξωτερίκευση   όλων,   σε   ρόλο   και   εκτός   ρόλου.   Όπως   σημειώνει   ο   συγγραφέας: «Το   πέρασμα   από   την   ενεργητική   παρατήρηση   στην   αποστασιοποιημένη   δράση και   το   αντίστροφο   δημιουργεί   συνθήκες   έντονης   κινητικότητας   και   δυσδιάκριτα όρια,   που   κρατούν   όλους   τους   συμμμετέχοντες   σε   διερευνητική   ετοιμότητα. Δεν   υπάρχουν   θεατές   καθηλωμένοι   σε   μια   καρέκλα,   να   παρακολουθούν   μια νατουραλιστική   παράσταση.   Αντίθετα,   υπάρχουν   παρατηρητές   συνδημιουργοί, με   ανοιχτή   κάθε   δυνατότητα   παρέμβασης   στην   εξέλιξη   των   καταστάσεων» (σελ.    139).    Αντίστοιχα,    σύγχρονοι    πρωτοπόροι    σκηνοθέτες    (B.Brecht,    J. Grotowski,   P.   Brook,   A.   Boal)   μιλούν   για   την   αναμέτρηση   του   θεατή   με   την παράσταση,    όπου    αφαιρούνται    τα    σύνορα    σκηνής-πλατείας,    καταργείται    η απόσταση   ηθοποιού-θεατή   και   συντελείται   η   διαμόρφωση   ενός   συμμετοχικού θεάτρου. Αμέσως    έπειτα    από    μια    σύντομη    αναφορά    στην    ένταξη    της    θεατρικής εισαγωγής     στο     αναλυτικό     πρόγραμμα     και     στην     επιμόρφωση     των εκπαιδευτικών,    στην    καρδιά    του    έργου,    που    εύλογα    σηματοδοτεί    και    το επίκεντρο    της    συναισθηματικής    επένδυσης    του    συγγραφέα,    επιχειρείται    η «μικροχειρουργική»   προσέγγιση   του   προσώπου   του   δασκάλου-εμψυχωτή   με αφετηρία    το    φαινομενολογικό    προσωποκεντρικό    μοντέλο    ερμηνείας.    Ο εμψυχωτής   αυτο-προσδιορίζεται,   αναζητά   την   ανθρώπινή   του   ολότητα,   μελετά το   διανθρώπινο   δεσμό,   βιώνει   την   ασκητική   της   διαλεκτικής   της   αγάπης   κατά το    πρότυπο    του    Unamuno.    Έτσι,    διευρύνει    τα    όρια    της    πίστης,    της αυτοπειθαρχίας,   της   θέλησης,   της   επιμονής   και   της   υπομονής,   αφουγκράζεται τα   παιδιά   και   το   σφυγμό   της   ομάδας,   παρακολουθεί   τη   συμβατότητα   της   δικής του   αίσθησης   και   της   κατάστασης   της   ομάδας,   καθώς   ενισχύεται   η   αυτο- έρευνα   των   συμμετεχόντων,   η   εξοικείωση   με   τις   μύχιες   προσωπικές   τους τάσεις.   Ως   αποτέλεσμα,   απελευθερώνονται   διαλεκτικές   δυνάμεις   αλλαγής   που επιτρέπουν   τη   μετάβαση   από   το   επίπεδο   πραγματικής   στο   επίπεδο   δυνητικής ανάπτυξης. Σε    καμιά    περίπτωση    τα    παιδιά    δεν    αντιμετωπίζονται    ως    μικρογραφίες ηθοποιών-performers.   Ωστόσο,   μέσα   από   την   πρόσληψη   και   την   αφομοίωση του   δραματικού   περιβάλλοντος,   είναι   δυνατό   να   μυηθούν   σε   τεχνικές   του δραματικού   κειμένου   όπως   η   πλοκή,   οι   χαρακτήρες,   οι   δραματικές   εντάσεις,   να εξερευνήσουν   δομικά   στοιχεία   του   θεάτρου   όπως   το   εστιακό   κέντρο,   ο   χώρος, ο    χρόνος,    τα    σύμβολα,    να        εμβαθύνουν    σε    τεχνικές    όπως    η    εικονική αναπαράσταση,   η   στοχαστική   διρεύνηση,   το   θέατρο   Φόρουμ,   η   συμβολική αναπαράσταση   και   η   τελετουργία,   το   θεάτρο   μάσκας   και   παντομίμας.   Όλοι   οι προηγούμενοι      θεματικοί   άξονες   αναλύονται   στο   τρίτο   κεφάλαιο   του   πρώτου μέρους     με     τη     συνδρομή     των     πορισμάτων     της     ψυχανάλυσης,     της ανθρωπολογίας,   της   σημειολογίας,   των   θεωρητικών   σχημάτων   και   μοντέλων των μορφών του δράματος στην εκπαίδευση. Είναι    ενδιαφέρον    να    παρατηρήσουμε    ότι    σημαντικός    αριθμός    ποιοτικών χαρακτηριστικών      του      θεάτρου      στην      εκπαίδευση,      όπως      είναι      οι αποστασιοποιητικές   τεχνικές   που   ακυρώνουν   τη   μίμηση   και   την   οικοδόμηση της      αναπαραστατικής      ψευδαισθητικής      πραγματικότητας,      οι      αιφνίδιες μετατροπές,   η   πολυμορφία,   ο   υπερρεαλισμός,   η   κινητικότητα   των   ρόλων   και   η «παράλυση»   του   προδιαγεγραμμένου   χαρακτήρα,   η   σχεδόν   αυτονομία   της αισθησιοκινητικής    δράσης,    η    πολιτική    και    διαπολιτισμική    προέκταση    της τέχνης,    η    υποχώρηση    του    καθαρώς    θεατρικού    γεγονότος    μπροστά    στο φαινόμενο    του    θεάματος,    έρχονται    να    διαλεχθούν    με    τα    πρότυπα    του μεταμοντέρνου θεάτρου ως αμιγώς καλλιτεχνικής έκφανσης.  Στο   δεύτερο   μέρος   του   βιβλίου   περιλαμβάνονται   εκατόν   τριάντα   παιχνίδια και   ασκήσεις,   ταξινομημένα   σε   έξι   κατηγορίες   (παιχνίδια   γνωριμίας,   σωματική κίνηση   και   έκφραση,   παιχνίδια   μεταμορφώσεων,   χαλάρωση,   παρατηρητικότητα και      συγκέντρωση      της      προσοχής,      λεκτικά      και      ρυθμικά      παιχνίδια, αυτοσχεδιασμοί),   ανάλογα   με   το   είδος   ευαισθητοποίησης   στο   οποίο   κάθε   φορά αυτά     προσβλέπουν     και     τις     συγκεκριμένες     δεξιότητες     (ψυχοκοινωνικές, γλωσσικές,    επικοινωνιακές,    θεατρικές)    που    εξασκούν.    Σε    κάθε    παιχνίδι, παρακολουθούμε   αρχικά   με   άμεσο,   εποπτικό   τρόπο   τη   συνοπτική   περιγραφή και    τα    σχετικά    διευκρινιστικά    σχόλια    των    φάσεων    διεξαγωγής,    έπειτα προτεινόμενες   λεκτικές   παρεμβάσεις   του   εμψυχωτή   (με   έμφαση   στην   ποιητική γλώσσα,   που   καθιστά   τη   λεκτική   παρέμβαση   του   εμψυχωτή   υπαινικτική   και   όχι δηλωτική),     τέλος     σημειώνονται     εναλλακτικές     εκδοχές     (αλλαγές     και διαβαθμίσεις   στην   ποιότητα   της   δράσης,   στη   σειρά   των   διαδοχικών   βημάτων κατά   την   εκτέλεση   της   άσκηση;,   στα   μέσα   πραγμάτωσης,   η   μουσική   λόγου χάρη   μπορεί   κάποτε   να   αντικατασταθεί   με   φυσικούς   ήχους   ή   με   την   ανθρώπινη φωνή   κλπ.)   και   συναφείς   παρατηρήσεις.   Ας   προστεθεί   ότι,   μέσα   στο   παραπάνω σύνολο,    συχνά    απαντώνται    ασκήσεις    απαραίτητες    για    τη    σμίλευση    των υποκριτικών   τρόπων   και   κωδίκων   του   επαγγελματία   ηθοποιού   ή   καθιερωμένες στη    σύγχρονη    σκηνοθετική        φιλοσοφία    (ας    αναφέρουμε    ενδεικτικά    την αφήγηση   ιστορίας   από   τον   παίκτη   και   την   αυθόρμητη   αντίδραση   της   ομάδας   με λαρυγγισμούς   και   σωματικούς   ήχους,   με   κίνηση   και   έκφραση   στο   χώρο,   την ταυτόχρονη   έκφραση   δύο   παικτών,   όπου   γίνεται   εναλλάξ   επιλεκτική   χρήση των    εκφραστικών    μέσων    με    στόχο    την    καλλιέργεια    ενός    γκροτέσκου αποτελέσματος,   τη   γενικότερη   λειτουργικότητα   των   δυναμικών   εικόνων   γύρω από μοτίβα δοσμένων κειμένων και πολλά άλλα). Ακολουθούν   έντεκα   θεατρικά   παιχνίδια   που   αναπτύσσονται   με   άξονα   μικρά αφηγηματικά     κείμενα,     δρώμενα     που     προσφέρονται     για     παραστασιακή επεξεργασία   ή   για   εφαρμογή   στη   φύση,   καθώς   και   ποικίλα   παραδείγματα ρόλων,   καταστάσεων   και   αυτοσχεδιασμών   στο   θεατρικό   παιχνίδι.   Στα   δύο ενδεικτικά   εργαστήρια   με   τα   οποία   ολοκληρώνεται   το   βιβλίο   (Ένας   κόσμος κόσμημα-θεατρικό    παιχνίδι,    Το    θαυμαστό    ταξίδι    στον    κόσμο    του    εγωιστή γίγαντα-διερευνητική   δραματοποίηση),   η   αναλυτική   παρουσίαση   της   δράσης συσχετίζεται με τις τεχνικές που αξιοποιούνται. Δεν    θα    έπρεπε    να    παραλειφθεί,    τέλος,    η    επισήμανση    ενός    επιπλέον θέλγητρου   του   παρόντος   εγχειριδίου:   πρόκειται   για   την   εικονογράφηση.   Τα αφαιρετικά   έργα   της   Δήμητρας   Λαμπρέτσα   αιχμαλωτίζουν   στιγμιότυπα   των εργαστηρίων   στην   αχλύ   ενός   λυρικά   ομιχλώδους   χωροχρόνου.   Η   θεατρική ενέργεια    ανασυγκροτείται    εικαστικά    στη    βάση    μιας    ρευστής,    μετέωρης αίσθησης θαλπωρής, από την οποία γεννιέται μια ατμόσφαιρα παραμυθιού. Οι   στάσεις   και   οι   προσδοκίες   αλλάζουν   μέσα   από   την   ατομική   και   συλλογική εμπειρία,    υπό    την    επίδραση    συνθηκών    διαφορετικών    από    τις    εκάστοτε υπάρχουσες.   Ο   B.   Brecht   είδε   στο   κοινό   μια   ζωντανή   διάνοια,   στο   θεατρικό κείμενο   ένα   διαλεκτικό   ξεδίπλωμα.   Η   σύγχρονη   εποχή   χρειάζεται   αυτή   τη δημόσια   πρόκληση,   την   κινητοποίηση   θεατών   και   ηθοποιών   για   την   εύρεση των    αντηχήσεων    των    νοημάτων    μέσα    από    τις    πολλαπλές    πιθανότητες ερμηνειών    τους.    Η    μετανεωτερική    εποχή    μας    έχει    ακόμη    (απεγνωσμένα) ανάγκη     να     δομηθεί     από     την     ενεργητικότητα     κριτικά     εγγράμματων υποκειμένων,     ικανών     να     δημιουργούν     συμμετοχικές     δημοκρατίες,     να αντιδρούν    στην    αδρανοποίηση    της    σκέψης    και    στις    επιταγές    της    μαζικής κουλτούρας.   Για   να   γίνει   επομένως   επιτευκτή   η   κινητικότητα   του   habitus (όρου   με   τον   οποίο   ο   P.   Bourdieu   εννοεί   τους   επίκτητους   τρόπους   αντίληψης που   διεισδύουν   μέσω   του   κηρύγματος   της   πολιτισμικής   αναπαραγωγής,   την πολιτισμική   προδιάθεση   και   τις   έξεις   που   εντυπώνονται   στα   άτομα   από   την παιδική     ηλικία),     είναι     αναγκαία     η     εγκατάλειψη     των     ανταγωνιστικών, στεγανοποιημένων       διαδικασιών       μάθησης       που       αναπαράγουν       την ορθολογικότητα     των     κοινωνικών     μηχανισμών     και     καθοσιώνουν     τη συγκλίνουσα   νόηση,   έτσι   ώστε   η   εκπαίδευση   να   εμβαπτιστεί   εκ   νέου   στην πολιτική   παιδαγωγική   των   τεχνών.   Ο   A.   Schopenhauer   παρομοιάζει   το   νου   με μεροκαματιάρη   στην   υπηρεσία   της   βούλησης.   Δουλεύει   από   το   πρωί   μέχρι   το βράδυ    για    να    διεκπεραιώσει    καθήκοντα.    Όταν    κάποια    στιγμή    ο    δούλος εργαστεί   χωρίς   να   στοχεύει   σε   πρακτικές   και   υποχρεωτικές   φροντίδες,   τότε εισχωρεί στην περιοχή της τέχνης.  Λίνα Μπασούκου    Theatre Pedagogy. Athens [ISBN: 978- 960- 93- 2014- 6] (pp. 686)    The    modern    research    approach    on    the    role    of    theatre/drama    in Education   requires   the   systematic   study   of   the   elements   that   shape   it, which   will   bring   forth   its   scientific   and   artistic   value.   Consequently,   the present   book   considers   the   issue   of   Theatre   Pedagogy,   namely   the   process of    educating    through    drama,    the    creation    and    understanding    of    the theatrical   phenomenon   in   educational   environment   and   the   animation   of theatrical expression and communication. The   book   examines   research-related   issues,   such   as   bodily   and improvised   verbal   expression   and   communication,   drama   inquiry   of   social reality,   psychosocial   dimension   of   the   play,   drama   animation   of   the   group, dramatic   intelligence   and   interpersonal   development   through   theatre.   In that   context,   this   book   examines   and   presents   methodological   approaches, techniques   and   models,   such   as   dramatic   play,   inquiry   drama,   and   the structural elements and conventions of drama/theatre. The   first   part   offers   a   brief   history   of   theatre/drama   in   Education during   the   20th   century   and   attempts   a   methodological   analysis   of   the theory    of    Theatre    Pedagogy,    which    is    initially    defined    as    a    specialized discipline,   applied   in   Education,   that   creates   and   evolves   based   on   the findings   of   science   and   art   of   theatre   and   the   scientific   areas   of   education; at    the    same    time,    the    book    examines    the    psychological,    psychosocial, artistic and cultural dimensions of Theatre Pedagogy. Next   is   considered   the   development   of   teaching   methodology,   and the   dramatic   play   and   inquiry   drama   are   presented   in   detail,   as   basic drama-pedagogical   and   teaching   methods.   The   extensive   development   of such    methods    is    reinforced    not    only    by    presenting    the    concept,    the principles   and   the   characteristics   of   the   play   but   also   by   inquiring   their potential   linking   with   cross-curricular   thematic   approach   of   teaching   and learning    (Project).    Moreover,    the    book    underlines    the    importance    of integrating   drama   education   into   the   curriculum   as   well   as   that   of   further education for educators. The    present    study    focuses    on    the    teacher-animator’s    role    and investigates   the   significance   of   his   presence;   his   reflective   emotion   and body   language,   his   animating   skills   and   his   role   as   researcher.   In   that environment,   we   attribute   the   main   role   to   the   teacher-drama   animator, whom   we   consider   the   organized   researcher   of   his   work,   the   co-researcher of   his   students   and   colleagues   and   the   bearer   of   empathy,   dialectical   motion and change. The   structural   elements   of   theatre/drama   (dramatic   context,   role, focus,   on   stage   dramatic   tension,   time,   space,   verbal   and   bodily   expression, symbols)   and   the   characteristics   of   dramatic   text   (dialogue,   action,   plot, textual   techniques   of   dramatic   tension,   dramatic   situations,   characters)